Η γυναίκα με το λουλούδι

Ο κόσμος καιγόταν

Είχα καιρό να επισκεφθώ τη μάνα μου χωρίς να έχω τύψεις γι’ αυτό. Είχε παραμεγαλώσει και οι παραξενιές της ήταν σε έξαρση. Όποτε με έβλεπε, πριν καν ακόμη με ασπαστεί, ξεκινούσε ένα ανυπόφορο λογύδριο για το πώς έχασα τα χρόνια μου, δεν έκανα οικογένεια, και τέλος πάντων για το πόσο την ντρόπιαζα όταν πήγαινε στο χωριό, αλλά και στη γειτονιά.

Σύμφωνα με την κοπέλα που την πρόσεχε τον τελευταίο καιρό είχε αρχίσει να τα ψιλοχάνει, γεγονός που το αντιλαμβανόμουν κι εγώ από τα τηλεφωνήματά μας. Μου μιλούσε ακατάπαυστα για ένα θέμα, τόσο που την έβαζα ανοιχτή ακρόαση και έκανα άλλες δουλειές μέσα στο σπίτι, υπό την υπόκρουση της φωνής της. Όταν τελείωνε έπιανε κάτι άλλο το οποίο κι αυτό ανέπτυσσε μέχρι να το εξαντλήσει, να εξαντληθεί και να μου πει «άντε κορίτσι μου, κουράστηκα, να παίρνεις και κανένα τηλέφωνο τη μάνα σου, και να έρθεις να με δεις, φιλιά».

Εκεί ανάμεσα στα θέματα έπαιζα ένα ύπουλο παιχνίδι: της πετούσα μία λέξη πχ «σαλάτα» και μαγικά ξεκινούσε να μιλάει για σαλάτες. Ήταν τρομερό. Μπορεί να ήταν στη μέση της ανάπτυξης ενός βαρέος πολιτικοϊστορικού ζητήματος, όπως η ένταξη της Ελλάδος στην ΟΝΕ και ξαφνικά μιλούσε για σαλάτες, αντί να μου πει «τι σαλάτα λες μωρή;».

Ένα μουντό μεσημέρι Τρίτης λοιπόν, τελείωσα από το σχολείο, πήρα την τσάντα μου, πήρα το 055 από Περισσό για Φωκίωνος Νέγρη και κατηφόρισα προς το μητρικό μου, αφού είχα προμηθευτεί το κατάλληλο τσουρέκι από τα «Γιούλια» στη Νέα Ιωνία. Το λάτρευε, αλλά δεν έκανε πια να το τρώει οπότε το πήρα πιο πολύ για την κοπέλα, αλλά και για να τρατάρει καμία ύπαρξη που την θυμάται και την επισκέπτεται. Είχα έναν φόβο για το τι θα ακούσω. Είναι αλλιώς από το τηλέφωνο.

Έφτασα μπροστά στην πόρτα. Είχε αρχίσει να ψιχαλίζει και κρύφτηκα κάτω από το ετοιμόρροπο υπόστεγο επειδή δεν είχα φέρει μαζί μου ομπρέλα. Η βλαμμένη! Ευτυχώς βρίσκω τα κλειδιά γρήγορα. Τα βάζω στην κλειδωνιά και μπαίνω στην αυλή αυτή που τότε με έκανε να νιώθω ελεύθερη, γιατί όλα τα παιχνίδια μπορούσα να τα παίξω εκεί. Με όλα τα παιδιά της γειτονιάς και όποιο τύχαινε να περνάει από εκεί και ήθελε να παίξει.

Αφού διέσχισα τον κήπο, έφτασα μπροστά στο σπίτι. Στην βεράντα του ισογείου είδα εκεί τη μάνα μου, μόνη της να βλέπει ειδήσεις.  Φορούσε ένα μπλε σκούρο φουστάνι, από αυτά που φορούν οι μεγάλοι σε ηλικία άνθρωποι για να πηγαίνουν εύκολα στην τουαλέτα και μία ζακετίτσα για να μην κρυώσει τώρα που σιγά σιγά έπεφτε η θερμοκρασία. Την ακουμπάω με το χέρι στον ώμο και την φιλάω στο κεφάλι. Δεν ταράζεται, παρά κοιτάει πάνω να δει τι την ξάφνιασε έτσι όμορφα. Με κοιτάει και χαμογελάει. Ακουμπάει με το χέρι της το μάγουλό μου και με χαϊδεύει τρυφερά. «Τι έγινε μαμά; Πώς είσαι;» της λέω. «Καλά παιδάκι μου» μου απαντάει και συνεχίζει «δεν βλέπεις εδώ τι γίνεται; Έχουν κατασφάξει τον κόσμο.». «Άστα μαμά, χάλια». «Εσύ πώς είσαι;» με ρωτάει και πριν προλάβω να απαντήσω συμπληρώνει «Πεινάς να σου φέρω κάτι να φας;». «Όχι, είμαι εντάξει» προσπαθώ να πω αλλά πριν προλάβω να τελειώσω τη φράση μου, βάζει τα δύο χέρια στα χερούλια της καρέκλας και κάνει να σηκωθεί. Σφίγγεται μία. Δεν τα καταφέρνει. Σφίγγεται δεύτερη. Το ίδιο. Σφίγγεται τρίτη. Απελπίζεται. Φωνάζει «Κορίτσι, φέρε κάνα φαΐ, ήρθε το παιδί πεινάει.».  «Μαμά, δεν χρειάζεται, θα πάω εγώ, ξέρω πού είναι το ψυγείο.». «Όχι κάτσε λίγο δίπλα μου» με διατάζει γλυκά και κάνοντας κίνηση με το χέρι της πάνω από το χέρι μου να παραμείνω εδώ.

Κάθομαι σε ένα εδώλιο κοντά της. Περιμένω να με κρίνει. Να με δικάσει. Αλλά σήμερα δεν είναι έτσι. Δεν έχει το ύφος που έχει όταν δικάζει. Τα χαρακτηριστικά της είναι μαλακά και το βλέμμα της νιώθω να με λούζει με αγάπη. Είχε καιρό.

Κοιτιόμαστε για περισσότερο από ό,τι θα ήταν φυσιολογικό με κάποιον άλλον άνθρωπο. Δεν με κάνει να ντρέπομαι όμως αυτό το βλέμμα. Παρατηρώ το πρόσωπό της, τις ρυτίδες της που τόσο όμορφα άφησε να την σημαδέψουν και να δείξουν πόσες σταγόνες συναισθήματος έχουν περάσει από τα ρυάκια τους. Το βλέμμα μου γυρνάει πάλι στα μάτια της. Φλογερά και πανέξυπνα. Έχουν όμως και κάτι άλλο σήμερα. Μία ηρεμία. Μία γλύκα, που δεν την έχω ξαναδεί. Ξαφνικά, παίρνει το βλέμμα της και το στρέφει προς τον τοίχο του σπιτιού. Τον καρφώνει για μερικά δευτερόλεπτα και αναστενάζει. «Τι έγινε μαμά; Ποιος σε πείραξε;» την ρωτάω. «Κανείς παιδάκι μου. Καλά είμαι. Εσύ πώς είσαι; Τι κάνει η τάξη σου; Σε παιδεύουν;». «Εντάξει με παιδεύουν λίγο, μικρά είναι αλλά τ’αγαπώ.» της απαντάω.

Χαμογέλασε και σαν να ήθελε να μου δώσει κάτι πάρα πολύ, τινάζεται και γυρνάει στην αντίθετη από μένα πλευρά της καρέκλας της. Σκύβει και πιάνει κάτι, το οποίο δεν μπορώ να διακρίνω. Το σηκώνει και φανερώνεται μέσα σε ένα ποτήρι ένα ζεύγος από Κάλλες, λευκές και υγιείς. Το ακουμπάει στο τραπέζι δίπλα μας και μου λέει

«Τα είδα στον κήπο και θυμάμαι ότι σου άρεσαν πάντα αυτά τα καταραμένα λουλούδια.». Γελάω με την παραξενιά της και συγκινούμαι με την πράξη της. Τα έβλεπα μικρή στον κήπο και τρελαινόμουν. Τι σχήμα, τι χάρη αυτό το λουλούδι! Τα μάζευα σε ποτηράκια και προσπαθούσα να τα κρατήσω στη ζωή όσο περισσότερο γινόταν. Δεν άντεχαν όμως πολύ, οπότε σταμάτησα να τα κόβω. Εδώ όμως είδα ότι στο ποτηράκι μέσα είχε νερό και χώμα, που σημαίνει ότι θα μπορούσα να τα φυτέψω σε μία γλάστρα όταν θα γυρνούσα στο σπίτι. Ε την άτιμη!

Σηκώθηκα και την αγκάλιασα. Κούρνιασε στην αγκαλιά μου σαν να ήταν αυτή παιδί μου. Καθίσαμε έτσι για λίγο, ώσπου η κοπέλα έφερε έναν μεγάλο δίσκο με καλούδια. Έφαγα σαν να έπαιζα στον κήπο για ώρες, ενώ η μάνα ξεκίνησε να λέει για κάποια θεία στο χωριό του πατέρα που ακόμα την κυνηγούσε για ένα χωράφι. «Μαμά, η θεία πέθανε το 2004» της λέω. Σκαλώνει. «Ναι, ε;». Της γνέφω καταφατικά, ενώ μπουκώνω να σκοτώσω την πείνα μου. Βάζει το χέρι στο στόμα και το βλέμμα της παγώνει από τον φόβο. Συνειδητοποιεί. Τρώω και την τελευταία λιχουδιά από τον δίσκο και σηκώνομαι να τον πάω μέσα. Η μάνα μου κοιτά την τηλεόραση. Δεν θέλει τα βλέμματά μας να συζητήσουν. Η κοπέλα στην κουζίνα κάνει δουλειές. Αφήνω τον δίσκο στον πάγκο και την ρωτάω «η μαμά  πέρα από τις τρέλες που λέει, ξεχνάει κιόλας;» και μου απαντάει σε σπαστά ελληνικά «Λίγο ναι, όχι βασικά πράγματα, τα πιο ασήμαντα.».

Παραδόξως στο πρώτο άκουσμα αυτού, ήμουν ψύχραιμη. Πριν κάποιο καιρό θα έπεφτα πολύ, αλλά τα ασήμαντα, γιατί ήταν απαραίτητα κακό να τα ξεχνάει; Και ντάξει 87 χρονών ήταν, κάτι θα ξεχνούσε. Δεν προτιμάμε αυτά από άλλα;

Κάνω μία παύση στη σκέψη μου. Και συνεχίζω.

Άρα, το γεγονός ότι ξέχασε να με δικάσει είναι αποτέλεσμα της λήθης της; Μήπως και αυτή η γκρίνια ήταν τόσο ασήμαντη που τώρα στην στροφή που μόνο τα σημαντικά μένουν, αυτή έμεινε πίσω; Εγώ όμως έχω πορευτεί με αυτή και τώρα επειδή ξεκούτιανε την ξεχνάει έτσι απλά;

Εξοργίστηκα. Σε βαθμό που ήθελα να κλάψω και να βρίσω, αλλά όχι εδώ. Βγαίνω έξω. Την κοιτάω. Με κοιτάει με ένα χαζό βλέμμα και μου χαμογελάει. Την αγκαλιάζω ξανά. Είναι η πιο ανυπόφορη αγκαλιά που έχω δώσει. Ενώ εγώ την αγκάλιαζα ένιωθα να με σφίγγουν, να με πνίγουν χίλια χέρια. Της χαϊδεύω λίγο τα μαλλιά και την φιλάω. Τα μάτια μου είναι ανοιχτά και κοιτούν ευθεία, τρυπώντας τον τοίχο. «Θα έρθω πάλι» της λέω. «Όποτε θες» μου απαντά και προσθέτει «και να με παίρνεις και κανένα τηλέφωνο.». «Θα σε πάρω» της λέω για να φύγω όσο πιο γρήγορα γίνεται. Βάζω το ποτηράκι με το λουλούδι σε αυτό που βάζουν τα καφενεία τους καφέδες τέικ αουέι για να μην πέσει, το χώνω σε μία σακούλα και αναχωρώ.

Στον δρόμο για την στάση νιώθω το πρόσωπό μου μουδιασμένο. Το μάτι μου παίζει σαν χαλασμένη λάμπα στον πιο σκοτεινό δρόμο. Εκεί που έχεις ανάγκη το φως και εύχεσαι να μην σβήσει. Φτάνω στην στάση. Εκεί κάθεται μία μικροκαμωμένη, όμορφη γυναίκα με πλούσιο μπούστο και ενδιαφέροντα μάτια. Κοιτιόμαστε σαν να είχαμε ραντεβού εδώ και καταλαβαίνω ότι καταλαβαίνει ότι κάτι με έχει ταράξει, δεν μου λέει όμως κάτι γι’αυτό. Νιώθω όμως ότι με παρατηρεί.

Λίγα λεπτά μετά το λεωφορείο φτάνει. Είναι σχεδόν άδειο και βρίσκω να κάτσω και να ακουμπήσω στην διπλανή θέση το λουλούδι.

Η γυναίκα στέκεται απέναντί μου, όρθια.

Το λεωφορείο πορεύεται στην πόλη και σε κάθε του στάση γεμίζει λίγο ακόμα, λίγο ακόμα. Μετά από κάποιες στάσεις είναι ασφυκτικά γεμάτο. Άνθρωποι κρέμονται από τα χερούλια, έρχονται κοντά, τόσο που σιχαίνονται και μετρούν αντίστροφα για το τέλος του βασανιστηρίου τους. Άλλοι δεν έχουν από πού να πιαστούν και παλεύουν με τα πόδια τους να μην τους παρασύρει η φορά της δύναμης και πέσουν πάνω σε κάποιον άλλον, άσχετα αν ο κάποιος άλλος είναι ο μόνος που τους συγκρατεί να μην πέσουν.

Παραδόξως, κανείς δεν μου λέει να κάτσει δίπλα μου. Απορώ. Πώς γίνεται; Έχει κάτι η θέση; Έχω κάτι εγώ; Βρωμάω; Πόσο να βρωμάω και να μην το έχω πάρει χαμπάρι; Ή μήπως είμαι τόσο απρόσιτη που κανείς δεν βρήκε το θάρρος να μου ζητήσει ευγενικά να πάρω την τσάντα για να κάτσει;

Πάω να την σηκώσω, μπας και νιώσει κάποιο πιο άνετα και ξεκουράσει τα πόδια του δίπλα μου. Σηκώνω τη σακούλα. Από κάτω στην θέση, λίμνη. Έχει σπάσει το ποτηράκι και έχει φύγει όλο το νερό μέσα στη σακούλα και στην καρέκλα. Πού να κάτσει κάποια εκεί; Το νερό μέσα στη σακούλα κουβαλάει και το χώμα και έχει γίνει κυριολεκτικά σκατά. Νιώθω πολύ άσχημα. Σαν να είμαι γυμνή τόση ώρα εκεί μέσα και να το καταλαβαίνω τώρα. Όσο πάω να μαζέψω λίγο την κατάσταση να μην τα κάνω κι άλλο χάλια, νιώθω τα μάτια μου να γεμίζουν θυμό και φόβο. Αρχίζω να κλαίω με αναφιλητά. Γύρω μου κανείς δεν ενδιαφέρεται να με ρωτήσει τι έχω. Το μόνο που ένιωσα είναι η γυναίκα, η οποία αποπειράθηκε να με πλησιάσει με τα μάτια της. Αλλά μέχρι εκεί.

Κάπως φτιάχνω την σακούλα να μην στάζει και προσπαθώ να σκουπίσω με κάτι χαρτομάντηλα την θέση μπας και στεγνώσει και κάτσει και κανένας άνθρωπος να του ρουφήξει η Γη την κούραση από τα πόδια.

Κοιτάω ξανά το λουλούδι.

Σκέφτομαι δυνατά,

«Ο κόσμος καίγεται κι εσύ κλαις για ένα λουλούδι».

Κανείς δεν με άκουσε, παρά μόνο η γυναίκα, της οποίας το βλέμμα έγινε πάνω μου πιο γλυκό όταν την αντίκρυσα μετά την ατάκα αυτή, που έτσι απλά βγήκε από το στόμα μου.

Ο κόσμος καιγόταν, καιγόμουν κι εγώ σαν το λουλούδι που του πήραν το νερό και έπρεπε να τρέξω να το σώσω. Μαζί με μένα.