ἀσπίδι μὲν Σαΐων τις ἀγάλλεται͵ ἣν παρὰ θάμνωι͵
ἔντος ἀμώμητον͵ κάλλιπον οὐκ ἐθέλων·
αὐτὸν δ΄ ἐξεσάωσα. τί μοι μέλει ἀσπὶς ἐκείνη;
ἐρρέτω· ἐξαῦτις κτήσομαι οὐ κακίω.
Κάποιος Σάιος (Θρακική φυλή) χαίρεται την ασπίδα μου, που αψεγάδιαστη δίπλα σε έναν θάμνο την άφησα χωρίς τη θέλησή μου· τη ζωή μου όμως έσωσα. Τι με νοιάζει εκείνη η ασπίδα; Στο καλό να πάει· Θα αγοράσω άλλη, καλύτερη.
Αρχίλοχος, απόσπασμα 5 West (fr. 5 W).