Το 1934 λίγο μετά την έκδοση του βιβλίου “Τρυφερή είναι η Νύχτα” του τελευταίου που εξέδωσε εν ζωή ο Σκοτ Φιτζέραλντ, ο Έρνεστ Χέμινγκουεϊ του έστειλε ένα γράμμα στο οποίο του εξέφραζε την άποψή του για το έργο του. Ενώ το γράμμα ξεκινάει με κάποιες παρατηρήσεις για τους χαρακτήρες της ιστορίας, στη συνέχεια ο Χέμινγκουεϊ προχωρεί σε γενικότερες συμβουλές και παραινέσεις, που σε κάποια σημεία γίνονται και προσβλητικές. Θέλει να ξυπνήσει τον Φιτζέραλντ, για τον οποίον πιστεύει, όπως του γράφει, ότι πλέον δεν ακούει παρά τις απαντήσεις στις δικές του ερωτήσεις.
Προς τον Φ. Σκοτ Φιτζέραλντ
Κι Ουέστ
20/5/1934
Αγαπητέ Σκοτ,
Μ’ άρεσε και δεν μ’άρεσε το βιβλίο σου (ενν. το βιβλίο Τρυφερή είναι η Νύχτα). Ξεκίνησε με μία καταπληκτική περιγραφή της Σάρα και του Τζέραλντ (ανάθεμα ο Ντος έφυγε και πήρε μαζί του το βιβλίο, οπότε δεν μπορώ να κάνω αναφορές. Οπότε αν κάνω κάποιο λάθος…)
Μετά άρχισες να παίζεις μαζί τους πλάθοντάς τους σαν να προέρχονται από διαφορετικά οικογενειακά περιβάλλοντα, σαν άλλους ανθρώπους, και δεν μπορείς να το κάνεις αυτό, Σκοτ. Αν παίρνεις αληθινούς ανθρώπους και γράφεις γι’ αυτούς, δεν μπορείς να τους δώσεις άλλους γονείς από αυτούς που έχουν (διαμορφωνόμαστε από τους γονείς μας και από όσα μας συμβαίνουν) δεν μπορείς να τους υποχρεώσεις να κάνουν πράγματα που δεν θα τα έκαναν. Μπορείς να πάρεις εσένα, ή εμένα ή τη Ζέλντα ή την Πολίν, ή τον Χάντλεϊ ή τη Σάρα ή τον Τζέραλντ, αλλά πρέπει να μας κρατήσεις το ίδιο και μπορείς μόνο να μας κάνεις να πράττουμε όσα θα κάναμε εμείς οι ίδιοι. Δεν μπορείς να κάνεις κάποιον κάτι άλλο.
Η εφεύρεση είναι το πιο όμορφο πράγμα, αλλά δεν μπορείς να εφεύρεις τίποτα που δεν μπορεί να συμβεί πραγματικά.
Αυτό πρέπει να κάνουμε όταν είμαστε στο ύψιστο σημείο της έμπνευσής μας – να δημιουργήσουμε ιστορίες αλλά ιστορίες που θα είναι τόσο ειλικρινείς που αργότερα θα συμβούν κατ’ αυτόν τον τρόπο.
Για τον Θεό, χειρίστηκες αυθαίρετα το παρελθόν και το μέλλον των ανθρώπων κι ο χειρισμός σου δεν παρήγαγε ανθρώπους, αλλά αναθεματισμένους πλαστούς ιατρικούς φακέλους ασθενών. Εσύ, που μπορείς να γράψεις καλύτερα από τον καθένα, που σφύζεις από ταλέντο – στο διάολο ασ’ το δεν με νοιάζει πια. Σκοτ, για όνομα του Θεού γράψε και γράψε αληθινά χωρίς να σε νοιάζει αν κάποιος θα πληγωθεί, αλλά μην κάνεις αυτούς τους χαζούς συμβιβασμούς.
[…]
Εδώ και καιρό σταμάτησες να ακούς τα πάντα εκτός από τις απαντήσεις στις δικές σου ερωτήσεις. Είχες καλά στοιχεία μέσα στο βιβλίο τα οποία δεν τα χρειαζόσουν. Αυτό τελειώνει έναν συγγραφέα: Το να μην ακούσει. Από εκεί έρχονται όλα. Βλέποντας, Ακούγοντας. Εσύ βλέπεις αρκετά καλά. Αλλά σταμάτησες να ακούς.
[…]
Είμαστε σαν υπερταλαντούχοι ακροβάτες αλλά κάνουμε κάποια πολύ καλά άλματα, Bo, και υπάρχουν κι εκείνοι οι ακροβάτες που δεν πηδάνε.
Για όνομα του Θεού όμως γράψε και μην ανησυχείς τι θα πουν τα παιδιά ούτε αν θα είναι αριστούργημα ούτε τίποτα. Γράφω μία αριστουργηματική σελίδα ανά ενενήντα-μία σκατένιες. Προσπαθώ να πετάξω τα σκατά στο καλάθι των αχρήστων. Εσύ νιώθεις ότι πρέπει να δημοσιεύεις σκατά για να βγάζεις λεφτά για να ζεις. Εντάξει, αλλά αν γράφεις αρκετά κι όσο καλύτερα μπορείς, μπορεί να υπάρχει ίδιο μέγεθος αριστουργηματικού υλικού.
[…]
Ξέχνα τις προσωπικές σου τραγωδίες. Είμαστε όλοι χάλια από τη γέννησή μας κι εσύ συγκεκριμένα πρέπει να πονέσεις πολύ προτού μπορέσεις να γράψεις σοβαρά. Αλλά όταν πληγώνεσαι χρησιμοποίησε την πληγή – μην την κοροϊδεύεις. Να είσαι τόσο πιστός σ’ αυτή όσο ένας επιστήμονας – αλλά μην νομίζεις ότι κάτι είναι σημαντικό επειδή συμβαίνει σε σένα ή σε κάποιο κοντινό σου πρόσωπο.
Σε αυτό το σημείο δεν θα σε κατηγορούσα αν ξεσπούσες πάνω μου. Θεέ μου, είναι φανταστικό να λες στους άλλους πώς να γράψουν, πώς να ζουν, πώς να πεθάνουν κλπ.
Θα ήθελα να σε δω και να μιλήσουμε νηφάλιοι. Ήσουν τόσο σκνίπα στη Νέα Υόρκη που δεν βγάλαμε άκρη. Ξέρεις Μπο, δεν είσαι τραγικός ήρωας. Ούτε εγώ είμαι. Το μόνο που είμαστε είναι συγγραφείς και αυτό που θα έπρεπε να κάνουμε είναι να γράφουμε. Από όλους τους ανθρώπους στον κόσμο εσύ χρειαζόσουν πειθαρχία και αντ’ αυτού παντρεύτηκες έναν άνθρωπο που ζηλεύει τη δουλειά σου, θέλει να σε ανταγωνίζεται και σε καταστρέφει. Δεν είναι τόσο απλό και σκέφτηκα ότι η Ζέλντα ήταν τρελή την πρώτη φορά που την συνάντησα κι εσύ τα μπέρδεψες ακόμα παραπάνω, επειδή την αγαπούσες και φυσικά το έκανες, επειδή είσαι μεθύστακας. Αλλά δεν είσαι περισσότερο μπεκρής από τον Τζόις και τους περισσότερους καλούς συγγραφείς. Ωστόσο, Σκοτ οι καλοί συγγραφείς πάντα επιστρέφουν. Πάντα. Και είσαι δύο φορές καλύτερος τώρα από όσο ήσουν την εποχή που νόμιζες ότι ήσουν υπέροχος. Ξέρεις ότι τότε δεν θεωρούσα κάτι τόσο σπουδαίο τον Γκάτσμπι. Μπορείς να γράψεις δύο φορές καλύτερα από ό,τι σε κάθε άλλη φάση. Το μόνο που χρειάζεται είναι να γράψεις ειλικρινά και να μην σε νοιάζει ποια είναι η μοίρα του.
Προχώρει λοιπόν και γράφε
Πάντα φίλος σου,
Έρνεστ
Από το βιβλίο Ernest Hemingway Selected Letters 1917-1961 σε ελεύθερη απόδοση του Α. Α. Μητρόπουλου